Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

3. Κεφάλαιο (Jacob)

Τζέικομπ:

Καθώς προχορούσα, αργά, για το Λα Πους, απο το σπίτι της Μπέλλα, είχα μια επιθυμία να πάω σπίτι της και να μείνω εκεί. Ήμουν σίγουρος πως δεν θα πείραζε τον Τσάρλι αλλά και πάλι όχι. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχε πάει 11:30 ο πατερας μου θ'ανησυχεί και ειδικά τώρα με το θάνατο του Χάρι Κλίαργουότερ. Ο Τσάρλι θα ήταν όλη την μέρα στο νεκροταφείο. Σκέφτηκα την Μπέλλα. Σκέφτηκα τι θα γινόταν αν ξαναγύρναγε στον Έντουαρντ, οργίστηκα κι έγινα λύκος. Πάντα πιάνει.

Όταν έφτασα άρπαξα το τηλέφωνο, αλλά πριν προλάβω να κάνω τίποτα, χτύπησε. Έβρισα από μέσα μου και το σήκωσα.


<<Ναί;>>μουρμούρισα βαρεμένος σαν να κοιμάμαι.
<<Τζέικομπ; Σε ξύπνσα;>>
<<Μπέλλα!!!Όχι..μόλις έφτασα; Τί κάνεις;>>, ήμουν πολύ χαρούμενος.
<<Τίποτα, ήθελα να δω τί κάνεις και...>>δίστασε σαν να ντρεπόταν. Πήρε μιά βαθιά ανάσα<<Σ'αγαπώ!>>
<<Ω!Κι εγώ Μπέλλα. Πολύ!!!Θες να έρθω από' κεί;>>, η καρδιά φτερούγισε.
<<Τζέικομπ, όχι!Χρειάζεσαι ύπνο!>>
<Θα...θα κοιμηθώ εκεί... Στον καναπέ.>>
<<Εντάξει αλλά με έναν όρο. Θα κοιμηθούμε μάζι>>.
<<Εντάξει. Θα είμαι εκεί σε 5 λεπτά>>.

Ξυρίσα τις μασχάλες μου, έκανα μπάνιο, έβαλα άρωμα κι όλα αυτά σε τρία λεπτά. Ύστερα χωρίς να γίνω λύκος έτρεχα. Ήμουν πιο πολύ ερωτευμένος απο όσο νόμιζα. Κι εκείνη ήταν μαζί μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου